Έκθεση της Επιτροπής για την Ασφαλιστική Προνοιακή Κάλυψη – Επίκειται μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος στη Γερμανία;

Η Γερμανία ενδέχεται στο μέλλον να αυξήσει το όριο συνταξιοδότησης, να περιορίσει τις ρυθμίσεις πρόωρης συνταξιοδότησης χωρίς μειώσεις και να εισαγάγει μια πρόσθετη κεφαλαιακή εισφορά. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν πρόκειται για νέα νομοθετική ρύθμιση, αλλά για συστάσεις μιας επιτροπής για την περίοδο μετά το 2031. Η έκθεση εξετάζει ποιες αλλαγές λαμβάνονται υπόψη, γιατί το συνταξιοδοτικό σύστημα χρειάζεται μεταρρύθμιση και ποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή η πορεία για τους απασχολούμενους στη Γερμανία.

Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στη Γερμανία μετά το 2031 – τι προτείνει η επιτροπή;

Μεγαλύτερη διάρκεια απασχόλησης, μία πρόσθετη εισφορά που θα επενδύεται στις κεφαλαιαγορές και λιγότερες εξαιρέσεις για πρόωρη αποχώρηση από την εργασία – κατά αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να διαμορφωθεί το μέλλον του γερμανικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί ήδη αποφασισμένη μεταρρύθμιση ή ισχύουσα νομική κατάσταση.

Η Επιτροπή Ασφάλισης Γήρατος έχει υποβάλει έκθεση με προτάσεις για την περίοδο μετά το 2031. Το έγγραφο καθορίζει προς ποια κατεύθυνση θα μπορούσε να κινηθεί η συνταξιοδοτική πολιτική στη Γερμανία. Οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στον νομοθέτη· μεμονωμένες συστάσεις μπορεί να τροποποιηθούν, να αναβληθούν ή και να μη υλοποιηθούν.

Στην έκθεση επισημαίνεται σε τι ακριβώς αναφέρονται οι συστάσεις, ποιες ομάδες θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τις ενδεχόμενες συνέπειές τους και γιατί η επιτροπή δεν περιορίστηκε σε μια απλή αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.

Μια απλή φορολογική δήλωση σε 12 λεπτά;

επιλέξτε Taxando!

Οι σημαντικότερες προτάσεις περιλαμβάνουν:

  • Σύνδεση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής,
  • Κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης χωρίς μειώσεις μετά από 45 έτη ασφάλισης,
  • Αύξηση του ελάχιστου δυνατού ορίου συνταξιοδότησης από 63 σε 64 έτη,
  • Θέσπιση υποχρεωτικής κεφαλαιοποίησης με εισφορά ύψους 2 % των αποδοχών,
  • Ένταξη πρόσθετων κατηγοριών εργαζομένων στην ασφάλιση,
  • Περιορισμός ειδικών ρυθμίσεων για τα minijobs,
  • Βελτίωση προστασίας για άτομα με χαμηλές συντάξεις,
  • Περαιτέρω ανάπτυξη ψηφιακού συστήματος πληροφόρησης σχετικά με μελλοντικές αξιώσεις.

Τι σημαίνει στην πραγματικότητα η έκθεση της συνταξιοδοτικής επιτροπής;

Η έκθεση δεν αλλάζει επί του παρόντος ούτε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, ούτε τις εισφορές, ούτε τις προϋποθέσεις για δικαίωμα σύνταξης. Αποτελεί συλλογή συστάσεων ως βάση για μελλοντικές πολιτικές συζητήσεις και, εφόσον απαιτηθεί, για νομοθετική εργασία.

Η επιτροπή δεν ανέλυσε μόνο τη νόμιμη σύνταξη, αλλά ολόκληρο το σύστημα ασφάλισης γήρατος. Το έγγραφο πραγματεύεται μεταξύ άλλων το επίπεδο παροχών, τη διαμόρφωση της εξόδου στη συνταξιοδότηση, τη χρηματοδοτική δομή, την προστασία έναντι της φτώχειας στην τρίτη ηλικία, τη διεύρυνση του κύκλου των ασφαλισμένων, την επένδυση μέρους των εισφορών καθώς και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης.

Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης. Ένας τίτλος όπως «Η Γερμανία αυξάνει το όριο συνταξιοδότησης στα 67,5 έτη» θα ήταν προς το παρόν παραπλανητικός. Η επιτροπή συνιστά μόνο τη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσμα μετά το 2031.

Οι συντάκτες της έκθεσης τονίζουν επιπλέον ότι οι προτάσεις πρέπει να αξιολογούνται ως ενιαίο, ολοκληρωμένο πακέτο μέτρων. Η μεγαλύτερη διάρκεια απασχόλησης θα πρέπει να συνδυάζεται με πρόσθετη ιδιωτική πρόνοια, τη διεύρυνση του κύκλου ασφαλισμένων καθώς και την προστασία ατόμων με προβλήματα υγείας ή χαμηλά εισοδήματα.

Δεν υφίσταται βεβαιότητα ότι οι υπολογισμοί που παρουσιάζονται στην έκθεση θα επαληθευτούν με ακρίβεια στο μέλλον. Η επιτροπή επισημαίνει ότι τα υποδείγματα υπολογισμού δείχνουν τις δυνατές συνέπειες μεταρρυθμίσεων, αλλά δεν υποκαθιστούν τις λεπτομερείς αριθμητικές αναλύσεις που απαιτούνται κατά τη νομοθετική διαδικασία.

Γιατί το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα χρειάζεται αναπροσανατολισμό;

Το βασικό πρόβλημα είναι η αυξανόμενη αναλογία συνταξιούχων προς τον αριθμό των απασχολούμενων. Στο διανεμητικό σύστημα, οι τρέχουσες εισφορές των εργαζομένων χρηματοδοτούν τις παροχές των σημερινών συνταξιούχων. Εάν αλλάξουν οι αναλογίες μεταξύ αυτών των ομάδων, αυξάνεται η πίεση στις εισφορές, τα δημόσια οικονομικά και το ύψος των συντάξεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται από την επιτροπή, σε 100 άτομα ηλικίας 20 έως 66 ετών αναλογούν πρόσφατα 32 άτομα ηλικίας τουλάχιστον 67 ετών. Η τιμή αυτή αναμένεται να αυξηθεί στις 38 το 2030 και στις 45 το 2040. Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον για κάθε άτομο συνταξιοδοτικής ηλικίας θα αντιστοιχούν μόλις περίπου δύο άτομα σε ηλικία εργασίας.

Οι οικονομικές συνέπειες αποτυπώνονται σε προβλέψεις. Εάν διατηρηθεί το υφιστάμενο σύστημα, το ποσοστό εισφορών στη νόμιμη συνταξιοδοτική ασφάλιση θα μπορούσε να αυξηθεί από 18,6 % σε 20,2 % το 2031 και στη συνέχεια σε 21,1 % το 2040 και 21,4 % το 2050.

Παράλληλα, το επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης, μετά το τέλος του τρέχοντος ορίου, θα μπορούσε να μειωθεί από 48 % σε 46,4 % το 2040 και έως 46,1 % το 2050. Όσο μεγαλύτερος ο χρονικός ορίζοντας της πρόβλεψης, τόσο αυξάνεται και η αβεβαιότητα αυτών των τιμών, ωστόσο η τάση είναι σαφής: χωρίς αλλαγές αναμένεται αυξημένη χρηματοδοτική απαίτηση με σχετικά χαμηλότερες παροχές.

Δεν είναι δυνατός ο ταυτόχρονος μακροπρόθεσμος συνδυασμός χαμηλών εισφορών, υψηλού επιπέδου παροχών και περιορισμένων κρατικών επιχορηγήσεων. Η έκθεση προτείνει να κατανεμηθεί το μελλοντικό βάρος σε εργαζόμενους, εργοδότες, συνταξιούχους, φορολογουμένους και ομάδες που μέχρι τώρα δεν συμμετέχουν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η έκθεση αυτό καθαυτό περιλαμβάνει μόνο συστάσεις της επιτροπής και όχι ισχύουσα νομοθεσία. Επίσης, παραμένει ανοιχτό αν οι προτεινόμενες ιδέες τελικά θα υλοποιηθούν. Τέτοιου είδους εκθέσεις συνήθως λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων και δύνανται να καθορίζουν το πλαίσιο μεταγενέστερων μεταρρυθμίσεων, ωστόσο σπάνια ενσωματώνονται αμετάβλητες στη νομοθετική διαδικασία. Οι εξελίξεις πρέπει επομένως να παρακολουθούνται, αλλά οι αποφάσεις για απασχόληση, εισφορές ή αξιοποίηση της πρόωρης συνταξιοδότησης πρέπει να βασίζονται στην ισχύουσα νομική κατάσταση και όχι σε συστάσεις.

Μπορεί το όριο συνταξιοδότησης να αυξηθεί πέραν των 67 ετών;

Ναι, η επιτροπή προτείνει την αύξηση του ορίου ηλικίας έναρξης συνταξιοδότησης μετά το 2031 σύμφωνα με την εξέλιξη του μέσου προσδόκιμου ζωής. Ωστόσο, δεν καθορίζεται συγκεκριμένο όριο ηλικίας για όλες τις μελλοντικές γενιές.

Ο τρέχων προγραμματισμός προβλέπει τη σταδιακή αύξηση του κανονικού ορίου συνταξιοδότησης στα 67 έτη για όσους έχουν γεννηθεί από το 1964 και μετά. Η έκθεση αναφέρεται στη μεταγενέστερη φάση, δηλαδή κυρίως για όσους έχουν γεννηθεί από το 1965 και μετά.

Ο προτεινόμενος μηχανισμός βασίζεται στον λόγο 2:1. Κάθε επιπλέον έτος μέσου προσδόκιμου ζωής θα πρέπει να κατανέμεται ως εξής:

  • οκτώ μήνες μεγαλύτερης απασχόλησης,
  • τέσσερις μήνες μεγαλύτερης διάρκειας συνταξιοδότησης.

Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις, η ηλικία συνταξιοδότησης θα μπορούσε να αυξηθεί από 67 σε περίπου 67,5 έτη μεταξύ 2031 και 2041. Ωστόσο, η επιτροπή εισηγείται κάθε αλλαγή να ανακοινώνεται με αρκετά χρόνια προετοιμασίας και να ελέγχεται τακτικά βάσει του πραγματικού προσδόκιμου ζωής. Η έκθεση προβλέπει επίσης εξαιρέσεις για άτομα που δεν μπορούν να εργαστούν περισσότερο για λόγους υγείας. Μετά από ατομική εξέταση, είναι δυνατόν να αποχωρήσουν νωρίτερα έως και δύο έτη χωρίς περικοπές ή – σε ακόμη προγενέστερη αποχώρηση – να αναμένουν αντίστοιχα μειωμένες παροχές. 

Ποιες μεταβολές είναι δυνατές σχετικά με τη συνταξιοδότηση μετά από 45 έτη εισφορών;

Η επιτροπή προτείνει την κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης χωρίς περικοπές αποκλειστικά βάσει των 45 ετών ασφάλισης. Η πρόωρη συνταξιοδότηση θα συνεχίσει κατ’ αρχήν να είναι δυνατή, ωστόσο θα συνοδεύεται από ανάλογα μειωμένες μηνιαίες παροχές.

Η τρέχουσα ρύθμιση επιτρέπει σε ασφαλισμένους με πολυετή απασχόληση να αποχωρήσουν πριν από το όριο κανονικής συνταξιοδότησης. Για άτομα που γεννήθηκαν το 1964 ή αργότερα, η συνταξιοδότηση χωρίς περικοπές μετά από 45 έτη εισφορών είναι προσβάσιμη από το 65ο έτος της ηλικίας και μετά.

Σύμφωνα με την επιτροπή, το συγκεκριμένο προνόμιο ωφελεί δυσανάλογα άτομα με υψηλότερα εισοδήματα, σταθερό εργασιακό ιστορικό και καλύτερη κατάσταση υγείας. Άτομα με διακοπές στη σταδιοδρομία λόγω φροντίδας παιδιών, ανεργίας, ασθένειας ή καθυστερημένης έναρξης εργασίας δυσκολεύονται σημαντικά περισσότερο να συμπληρώσουν τον απαιτούμενο ασφαλιστικό χρόνο.

Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 30% των ατόμων που βγήκαν σε σύνταξη από το 2015 έκαναν χρήση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης χωρίς περικοπές· η νέα σύνταξη που εγκρίθηκε το 2025 ανήλθε κατά μέσο όρο στα 1.677 ευρώ – περίπου ένα τρίτο υψηλότερη από τη σύνταξη όσων αποχωρούν πρόωρα με περικοπές. Η επιτροπή εισηγείται επιπλέον να αυξηθεί η ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης για ασφαλισμένους με πολυετή εργασία από 63 σε 64 έτη και στη συνέχεια το όριο αυτό να κινείται παράλληλα με το κανονικό όριο συνταξιοδότησης. Για τον σχεδιασμό της συνταξιοδότησης είναι τότε συναφείς εκτός από τα έτη εισφορών και ταέτος γέννησης, τύπος σύνταξης, κατάσταση υγείας και περικοπές σε περίπτωση πρόωρης λήψης.

Πώς μπορεί να εξελιχθεί το ύψος της μελλοντικής σύνταξης;

Η επιτροπή επιδιώκει το συνολικό εισόδημα ενός μέσου συνταξιούχου να ανέρχεται τουλάχιστον στο 70% του προηγούμενου καθαρού εισοδήματός του. Η ρύθμιση αυτή ωστόσο δεν εγγυάται ότι η νόμιμη σύνταξη από μόνη της θα φτάσει το 70% του τελευταίου μισθού σε περίπτωση υλοποίησης των προτάσεων.

Στην επιδιωκόμενη τιμή θα συνυπολογίζονται διάφορες πηγές εισοδήματος:

  • η νόμιμη σύνταξη από τον Γερμανικό Οργανισμό Συντάξεων,
  • επαγγελματικά ταμεία συνταξιοδότησης,
  • ιδιωτικά προγράμματα συνταξιοδότησης και αποταμιεύσεις για το γήρας,
  • η μελλοντική νόμιμη κεφαλαιοποιητική σύνταξη,
  • επιλεγμένες κοινωνικές παροχές.

Για άτομα με χαμηλά εισοδήματα θα πρέπει να επιδιώκεται υψηλότερος συντελεστής αναπλήρωσης, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος εργασίας τους διατίθεται για βασικές ανάγκες. Η έκθεση επιπλέον τονίζει ότι τα τρέχοντα 48% δεν αντιστοιχούν στο 48% του τελευταίου καθαρού μισθού αλλά αναφέρονται σε συνταξιούχο-μοντέλο με 45 έτη εργασίας και μέσο εισόδημα. Ως εκ τούτου, η επιτροπή εισηγείται τη δημοσίευση περιγραφόμενου καθαρού συντελεστή αναπλήρωσης, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη διάφορες εισοδηματικές ομάδες, έτη γέννησης και διακοπές σταδιοδρομίας, για πιο ρεαλιστική εκτίμηση του πραγματικού συνταξιοδοτικού εισοδήματος.

Τι είναι η νόμιμη κεφαλαιοποιητική σύνταξη;

Η νόμιμη κεφαλαιοποιητική σύνταξη θα καταστεί υποχρεωτικό στοιχείο του δημόσιου συστήματος και θα χρηματοδοτείται με επιπλέον εισφορά ύψους 2% του εργατικού εισοδήματος. Τα κεφάλαια δεν θα χρησιμοποιούνται για τρέχουσες παροχές, αλλά θα επενδύονται σε ατομικό λογαριασμό που θα αποδίδεται στο πρόσωπο του ασφαλισμένου.

Η εισφορά θα καλύπτεται ισόποσα από εργαζόμενο και εργοδότη. Στο πλήρες ποσοστό εισφοράς αυτό αντιστοιχεί ουσιαστικά σε 1% του εργατικού εισοδήματος από τον εργαζόμενο και 1% από τον εργοδότη.

Η επιτροπή προτείνει τη σταδιακή εφαρμογή – κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως. Ως πιθανή ημερομηνία έναρξης προτείνεται το 2028, ωστόσο αυτό αποτελεί μόνο στοιχείο της σύστασης και δεν είναι καθορισμένη ημερομηνία έναρξης ισχύος.

Οι πόροι θα διαχειρίζονται κεντρικά και θα επενδύονται ευρέως στην κεφαλαιαγορά, κατά το σουηδικό πρότυπο. Στόχος είναι να αυξάνονται σταδιακά οι μελλοντικές παροχές· ωστόσο, αισθητά αποτελέσματα θα φανούν – σύμφωνα με την έκθεση, πιθανώς μόνο μετά από 10–15 έτη αποταμίευσης κατά τρόπο σημαντικό. Η επιτροπή υπογραμμίζει επιπλέον ότι οι επενδύσεις συνεπάγονται κινδύνους και συστήνει ευρεία διασπορά επενδύσεων, μακροπρόθεσμο ορίζοντα τοποθετήσεων και διαχείριση χαρτοφυλακίου ανάλογα με την ηλικία.

Ποιοι μπορούν μελλοντικά να ενταχθούν στην υποχρεωτική ασφάλιση;

Η επιτροπή προτείνει την επέκταση του ασφαλιστικού συστήματος σε όλους τους οικονομικά ενεργούς – όχι μόνο σε μισθωτούς, αλλά και σε αυτοαπασχολούμενους, δημόσιους υπαλλήλους, βουλευτές και μέλη διοικητικών συμβουλίων. Ένα τέτοιο μοντέλο στοχεύει στη μείωση των διαφορών μεταξύ επαγγελματικών ομάδων και στη διευκόλυνση αλλαγής μορφής απασχόλησης χωρίς αλλαγή συστήματος.

Η πιο συγκεκριμένη σύσταση αφορά τους αυτοαπασχολούμενους. Νέες επαγγελματικές δραστηριότητες θα υπόκεινται υποχρεωτικά στην κοινωνική ασφάλιση, ενώ ήδη δραστηριοποιούμενοι θα μπορούν να διατηρήσουν τη δυνατότητα εξαίρεσης (opt-out). Η ένταξη αυτής της ομάδας μπορεί αρχικά να μειώσει τον συντελεστή εισφοράς περίπου κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες και να αυξήσει το επίπεδο προστασίας περίπου κατά 0,5–0,6 ποσοστιαίες μονάδες · σε μακροπρόθεσμη προοπτική το αποτέλεσμα αυτό εξασθενεί, καθώς οι νέοι ασφαλισμένοι αποκτούν ίδιο δικαίωμα παροχών.

Τι σημαίνουν οι προτάσεις για τα πρόσωπα με απασχόληση μέσω minijob;

Η επιτροπή επιδιώκει την κατάργηση της δυνατότητας εξαίρεσης από την υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεων στα minijob και τον περιορισμό των φορολογικών και ασφαλιστικών ειδικών ρυθμίσεων για αυτή τη μορφή απασχόλησης. Εξαίρεση θα μπορούσε να διατηρηθεί μόνο για μαθητές.

Επί του παρόντος, πρόσωπο που απασχολείται σε καθεστώς minijob μπορεί στις περισσότερες περιπτώσεις να αιτηθεί απαλλαγή από τη δική του εισφορά ασφάλισης συντάξεων. Βραχυπρόθεσμα, αυτό συνεπάγεται ελαφρώς αυξημένο καθαρό εισόδημα, περιορίζει όμως τα πλεονεκτήματα της πλήρους ασφάλισης.

Σύμφωνα με την επιτροπή, το minijob χάνει συχνά τον συμπληρωματικό χαρακτήρα και μετατρέπεται σε μακροχρόνιο εργασιακό μοντέλο με περιορισμένη κοινωνική προστασία. Το πρόβλημα αφορά ιδίως άτομα που παραμένουν για μακρείς χρονικούς διαστήματα μόνο σε καθεστώς ήσσονος απασχόλησης, αντί να μεταβούν σε πλήρη ασφαλισμένη εργασία.

Η έκθεση προτείνει τα εξής:

  • υποχρεωτική ένταξη της απασχόλησης μικρής κλίμακας (Minijobs) στην υποχρεωτική ασφάλιση σύνταξης,
  • κατάργηση της δυνατότητας παραίτησης από την καταβολή εισφοράς σύνταξης,
  • περιορισμός του ιδιαίτερου φορολογικού και ασφαλιστικού καθεστώτος,
  • τροποποίηση των διατάξεων για τη μεταβατική περιοχή αμοιβών, δηλαδή των Midijobs.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ισχύον μοντέλο ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο χαμηλών συνταξιοδοτικών εισοδημάτων, ιδίως όταν το Minijob αποτελεί για πολλά χρόνια την κύρια πηγή διαβίωσης.

Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται την άμεση κατάργηση των ρυθμίσεων για τα Minijobs. Μια τέτοια αλλαγή θα υπερέβαινε κατά πολύ το συνταξιοδοτικό σύστημα και θα είχε συνέπειες και σε τομείς όπως η φορολογία, η υγειονομική ασφάλιση, η αγορά εργασίας και το κόστος των εργοδοτών.

Πώς προτίθεται η Επιτροπή να περιορίσει τη φτώχεια στην τρίτη ηλικία;

Η Επιτροπή τονίζει ότι ένα άτομο που έχει καταβάλει εισφορές επί σειρά ετών θα πρέπει στη συνταξιοδότηση να λαμβάνει υψηλότερο εισόδημα σε σχέση με όσους δεν έχουν αντίστοιχη ασφαλιστική βιογραφία. Επί του παρόντος, αυτό δεν ισχύει πάντα. Ακόμη και 45 χρόνια εργασίας με τον κατώτατο μισθό ενδέχεται να μην αρκούν για να υπερβεί η καθαρή νόμιμη σύνταξη το επίπεδο της βασικής κοινωνικής ασφάλισης· μόνο το επίδομα βασικής σύνταξης βελτιώνει την κατάσταση.

Για τον λόγο αυτόν, η έκθεση προτείνει την καθιέρωση ενός αφορολόγητου ποσού κατά την εξέταση του ύψους της σύνταξης σε σχέση με τη βασική κοινωνική ασφάλιση, ακόμη και για άτομα χωρίς δικαίωμα στη βασική σύνταξη. Η Επιτροπή επιδιώκει επίσης τον περιορισμό της συγκαλυμμένης φτώχειας στην τρίτη ηλικία μέσω απλουστευμένων διαδικασιών, βελτιωμένης συμβουλευτικής και ευκολότερης ψηφιακής πρόσβασης στις παροχές.

Πώς πρέπει να χρηματοδοτούνται τα μη άμεσα συνδεδεμένα με εισφορές καθήκοντα;

Οι παροχές που εξυπηρετούν ευρύτερους κοινωνικούς σκοπούς πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω της φορολογίας και όχι από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών. Η Επιτροπή ζητά σαφέστερο διαχωρισμό των δύο κατηγοριών δαπανών.

Ο Γερμανικός Φορέας Συντάξεων δεν καταβάλλει μόνο παροχές που προκύπτουν άμεσα από τις καταβληθείσες εισφορές. Εκπληρώνονται επίσης κοινωνικές αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί από το κράτος. Μέρος του κόστους καλύπτεται από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ωστόσο δεν υφίσταται ομοιόμορφα αποδεκτή μέθοδος διάκρισης αυτών των δαπανών.

Αναλόγως του ορισμού που χρησιμοποιείται, η αξία παροχών που δεν καλύπτονται άμεσα από εισφορές το 2023 ανήλθε περίπου σε 68–124 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, οι ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις προς το σύστημα ανήλθαν περίπου σε 84 δισ. ευρώ.

Η Επιτροπή προτείνει να καθοριστεί ποιες δαπάνες θα συνεχίσουν να παραμένουν ευθύνη της ασφαλιστικής κοινότητας και ποιες εξυπηρετούν γενικότερους κοινωνικούς σκοπούς. Οι τελευταίες θα πρέπει στο μέλλον να χρηματοδοτούνται πλήρως από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Η έκθεση προτείνει επίσης τη μετονομασία του όρου Bundeszuschuss, δηλαδή της ομοσπονδιακής επιχορήγησης, σε Bundesanteil – ομοσπονδιακό μερίδιο. Στόχος είναι να καταστεί σαφές ότι δεν πρόκειται για εθελοντική ενίσχυση του συστήματος, αλλά για χρηματοδότηση αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβαστεί από το κράτος.

Προβλέπεται μείωση των υφιστάμενων συντάξεων;

Η έκθεση δεν προβλέπει ονομαστική μείωση ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων. Ορισμένες συστάσεις ωστόσο ενδέχεται να οδηγήσουν σε βραδύτερη αύξηση των συντάξεων μελλοντικά σε σχέση με τη διατήρηση του σημερινού επιπέδου.

Μετά το 2031 προβλέπεται, σύμφωνα με την Επιτροπή, επανενεργοποίηση μηχανισμών που προσαρμόζουν την ανάπτυξη των συντάξεων στις δημογραφικές εξελίξεις και στον αριθμό των εισφορέων. Ένας από αυτούς είναι ο συντελεστής βιωσιμότητας.

Ο μηχανισμός λειτουργεί συνοπτικά ως εξής: Αν ο αριθμός των συνταξιούχων αυξάνεται ταχύτερα από εκείνον των εισφερόντων, η ετήσια αύξηση των συντάξεων θα είναι μικρότερη. Η Επιτροπή προτείνει ενίσχυση αυτού του αποτελέσματος μέσω αύξησης της παραμέτρου Άλφα σε 0,33.

Σύμφωνα με την έκθεση, μόνο η ενίσχυση αυτού του συντελεστή θα μπορούσε να μειώσει τον προβλεπόμενο συντελεστή εισφορών έως το 2040 κατά περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες και έως το 2060 σχεδόν κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Αυτό όμως θα σήμαινε μεγαλύτερο περιορισμό στις μελλοντικές αυξήσεις των συντάξεων.

Η Επιτροπή προτείνει, παράλληλα, την εισαγωγή μεταβατικού μηχανισμού. Όσοι συνταξιοδοτούνται μετά το 2031 θα λαμβάνουν αρχικά παροχή στο ισχύον επίπεδο του 48 %. Με την πάροδο του χρόνου, η κεφαλαιοποιητική σύνταξη θα αναλάβει το ρόλο της συμπληρωματικής ασφάλειας. Στην πράξη δεν πρόκειται για απλή μείωση, αλλά για μεταβολή του τρόπου με τον οποίο δομείται και αναπροσαρμόζεται η παροχή τα επόμενα έτη.

Πώς θα βοηθήσει η ψηφιοποίηση στον προγραμματισμό της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης;

Η ψηφιακή πληροφόρηση για τις συντάξεις αποσκοπεί στο να παρέχει συγκεντρωμένη εικόνα για τα μελλοντικά εισοδήματα στην τρίτη ηλικία. Επί του παρόντος, τα στοιχεία για τη νόμιμη, επαγγελματική και ιδιωτική ασφάλιση είναι συχνά διάσπαρτα.

Η Επιτροπή συνιστά η Ψηφιακή Επισκόπηση Συντάξεων να αξιοποιηθεί όχι μόνο ως σύστημα πληροφόρησης αλλά και ως εργαλείο προγραμματισμού. Το σύστημα θα πρέπει να ενσωματώσει περισσότερους τύπους ασφαλιστικής προστασίας, μεταξύ των οποίων τη σύνταξη δημοσίων υπαλλήλων, τα επαγγελματικά ταμεία καθώς και τη προτεινόμενη κεφαλαιοποιητική σύνταξη.

Ο χρήστης θα λαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • Πρόβλεψη μελλοντικών παροχών,
  • Επισκόπηση διαφόρων πηγών συνταξιοδοτικής αποταμίευσης,
  • Πληροφορίες περί προστασίας σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία ή θανάτου,
  • Απεικόνιση των αναμενόμενων καταβολών στα επόμενα έτη,
  • Ένδειξη πιθανής συνταξιοδοτικής διαφοράς.

Η έκθεση συνιστά επιπλέον να καταστεί εφικτή η διεξαγωγή ανώνυμων στατιστικών αναλύσεων βάσει των δεδομένων του συστήματος. Επί του παρόντος, πραγματοποιούνται αξιολογήσεις για ένα συγκεκριμένο άτομο και δεν αρχειοθετούνται με τρόπο που να επιτρέπει ακριβή εκτίμηση της κατάστασης του συνολικού πληθυσμού.

Η παροχή καλύτερης πληροφόρησης δεν οδηγεί αυτόματα σε υψηλότερη σύνταξη. Εντούτοις, μπορεί να καταδείξει έγκαιρα ότι η νόμιμη παροχή δεν αρκεί για την κάλυψη των προγραμματισμένων δαπανών. Με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει περισσότερος χρόνος για προσαρμογή της απασχόλησης, συμπλήρωση ελλιπών ασφαλιστικών περιόδων ή επιπλέον αποταμίευση.

Ποια μέτρα μπορούν ήδη να ληφθούν;

Η πλέον ενδεδειγμένη ενέργεια αποτελεί ο έλεγχος του ασφαλιστικού ιστορικού και η διάκριση μεταξύ ισχυουσών διατάξεων και πολιτικών συστάσεων. Δεν απαιτείται αναμονή νέων νόμων για την τακτοποίηση δεδομένων που επηρεάζουν τη μελλοντική σύνταξη.

Συνιστώνται τα ακόλουθα συγκεκριμένα βήματα:

  • έλεγχος του ασφαλιστικού ιστορικού και διασφάλιση ότι δεν λείπουν περίοδοι απασχόλησης,
  • επιβεβαίωση περιόδων ανατροφής τέκνων, ανεργίας, ασθένειας και φροντίδας μελών της οικογένειας,
  • έλεγχος εάν σε απασχόληση τύπου minijob έχει καταβληθεί το μερίδιο στην ασφαλιστική σύνταξη,
  • διατήρηση ετήσιων πληροφοριών σχετικά με αποδοχές και καταβληθείσες εισφορές,
  • καταγραφή των διαθέσιμων στοιχείων στην Ψηφιακή Συνταξιοδοτική Επισκόπηση,
  • ξεχωριστή εκτίμηση των νόμιμων, επαγγελματικών και ιδιωτικών απαιτήσεων,
  • να μην θεωρείται ότι 45 έτη εργασίας εγγυώνται πάντοτε αυτόματα μια πρόωρη σύνταξη χωρίς μειώσεις.

Προς ποια κατεύθυνση θα μπορούσε να εξελιχθεί το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα;

Η κατεύθυνση που ορίζεται στην έκθεση περιλαμβάνει μεγαλύτερη διάρκεια απασχόλησης, ευρύτερη υποχρέωση εισφοράς και ισχυρότερο ρόλο της κεφαλαιοποιημένης ασφάλισης. Ταυτόχρονα, η επιτροπή προβλέπει καλύτερη προστασία για όσους, λόγω υγείας ή χαμηλού εισοδήματος, δεν μπορούν να εργαστούν μακροχρόνια ή να αποκτήσουν υψηλά δικαιώματα.

Δεν έχει ακόμη αποφασιστεί ποιες συστάσεις θα εφαρμοστούν. Η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, οι μεταβολές για τα minijobs ή η εισαγωγή πρόσθετης εισφοράς προϋποθέτουν πολιτικές αποφάσεις, διαβουλεύσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις. Η διαδικασία δύναται να διαρκέσει αρκετά έτη.

Επί του παρόντος είναι καθοριστική η διάκριση μεταξύ δύο επιπέδων: ισχύουσες διατάξεις και πιθανές μελλοντικές κατευθύνσεις μεταρρυθμίσεων. Οι εκάστοτε ισχύουσες ρυθμίσεις θα πρέπει να εξεταστούν πριν από αποφάσεις για πρώιμη έναρξη συνταξιοδότησης, παραίτηση από εισφορές ή αλλαγές στη μορφή απασχόλησης.

Η έκθεση δεν εισάγει ούτε νέα δικαιώματα ούτε νέες υποχρεώσεις. Καθίσταται όμως σαφές ότι το μελλοντικό γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα θα βασίζεται πιθανώς σε ευρύτερη βάση πληρωτών, μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας και συνδυασμό νόμιμων και κεφαλαιοποιημένων παροχών. Όσο νωρίτερα ελεγχθούν το ασφαλιστικό ιστορικό, οι συνταξιοδοτικές προβλέψεις και τα σχετιζόμενα φορολογικά έγγραφα, τόσο ευκολότερη θα είναι η προετοιμασία μελλοντικών αποφάσεων.

Συχνές ερωτήσεις (FAQ)

Σημαίνει η έκθεση ότι εφαρμόζονται νέοι κανόνες συνταξιοδότησης στη Γερμανία;

Όχι. Το έγγραφο περιέχει συστάσεις της επιτροπής για τη μετά το 2031 περίοδο. Δεν τροποποιεί το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, το ύψος των εισφορών ή τις προϋποθέσεις δικαιώματος. Κάθε μεταρρύθμιση απαιτεί δική της νομοθετική πράξη και απόφαση του κοινοβουλίου.

Έχει ήδη αυξηθεί το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης στα 67,5 έτη;

Όχι. Η επιτροπή προτείνει απλώς τη θέσπιση ενός μηχανισμού που θα συνδέει την ηλικία συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Σύμφωνα με σημερινές προβλέψεις, το όριο θα μπορούσε να αυξηθεί μεταξύ 2031 και 2041 από τα 67 σε περίπου 67,5 έτη.

Θα καταργηθεί η συνταξιοδότηση χωρίς περικοπές μετά από 45 έτη εισφορών;

Επί του παρόντος όχι. Η επιτροπή εισηγείται την κατάργηση αυτής της ρύθμισης, ωστόσο οι ισχύοντες κανόνες εξακολουθούν να εφαρμόζονται. Στο μέλλον θα είναι δυνατή η πρόωρη συνταξιοδότηση, αλλά με αντίστοιχη μείωση της παροχής.

Θα αυξηθεί το ελάχιστο όριο συνταξιοδότησης από τα 63 στα 64 έτη;

Αυτή είναι η κατεύθυνση της πρότασης της έκθεσης. Το όριο για ασφαλισμένους με μεγάλο εργασιακό βίο θα αυξηθεί στα 64 έτη και στη συνέχεια θα ακολουθήσει την περαιτέρω μεταβολή της κανονικής ηλικίας συνταξιοδότησης. Ωστόσο, δεν πρόκειται ακόμα για δεσμευτική αλλαγή.

Θα πρέπει οι εργαζόμενοι να καταβάλουν επιπλέον εισφορά 2%;

Επί του παρόντος όχι. Η επιτροπή εισηγείται τη θέσπιση υποχρεωτικής κεφαλαιοποιημένης σύνταξης, η οποία θα χρηματοδοτείται με εισφορά ύψους 2% του μισθού. Το ήμισυ θα καταβάλλεται από τους εργαζόμενους και το άλλο ήμισυ από τον εργοδότη. Το έτος 2028 που αναφέρεται στην έκθεση αποτελεί πρόταση και όχι δεσμευτική προθεσμία.

Θα υποχρεωθούν οι αυτοαπασχολούμενοι μελλοντικά να ενταχθούν στην ασφαλιστική συνταξιοδότηση;

Η Επιτροπή εισηγείται την εφαρμογή της εν λόγω ρύθμισης για νέες αυτοαπασχολούμενες δραστηριότητες. Άτομα που ξεκινούν την αυτοαπασχόληση μετά την καθορισμένη ημερομηνία αναφοράς θα υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση, χωρίς τη δυνατότητα πλήρους παραίτησης. Για ήδη υφιστάμενες αυτοαπασχολούμενες δραστηριότητες προβλέπονται ηπιότερες ρυθμίσεις σύμφωνα με την έκθεση.

Μπορούν οι τρέχουσες συνταξιοδοτικές παροχές να μειωθούν;

Η Επιτροπή δεν προτείνει ονομαστική μείωση των τρεχουσών παροχών. Ωστόσο, είναι δυνατή μια βραδύτερη αύξηση των μελλοντικών συνταξιοδοτικών καταβολών, εφόσον ο αριθμός των αποδεκτών συντάξεων αυξάνεται ταχύτερα από τον αριθμό των εισφερόντων. Παράλληλα, η έκθεση προβλέπει μέτρα για τη σταθεροποίηση του επιπέδου των νέων συντάξεων από το έτος 2031.

Με ποια μέτρα προβλέπεται προστασία ατόμων με χαμηλές συντάξεις;

Η καταβολή εισφορών προβλέπεται να επιφέρει αναγνωρίσιμο όφελος και για τους δικαιούχους βασικής εξασφάλισης. Η Επιτροπή εισηγείται αφορολόγητο ποσό κατά τον υπολογισμό της σύνταξης στο εισόδημα, καθώς και απλούστευση της πρόσβασης σε παροχές στήριξης για άτομα που επί του παρόντος δεν λαμβάνουν αντίστοιχες παροχές που δικαιούνται.

Υφίσταται ήδη ανάγκη ενεργειών για υπάρχοντα σχέδια συνταξιοδοτικής ασφάλισης;

Δεν προκύπτει ανάγκη ενεργειών αποκλειστικά βάσει της έκθεσης. Αποφάσεις σχετικά με πρόωρη έναρξη σύνταξης, παραίτηση από εισφορές ή αλλαγή της μορφής απασχόλησης θα πρέπει να λαμβάνονται βάσει της ισχύουσας νομικής κατάστασης. Υπάρχει ωστόσο ήδη η δυνατότητα ελέγχου της ασφαλιστικής πορείας, συμπλήρωσης ελλειπουσών περιόδων και επισκόπησης της πρόγνωσης των μελλοντικών παροχών.

Άρθρο του

Maciej Szewczyk

Maciej Szewczyk είναι σύμβουλος πληροφορικής, διευθυντής καινοτομίας και ορκωτός γερμανός μεταφραστής, ειδικευμένος στο πολωνικό και γερμανικό φορολογικό δίκαιο.

Συγκέντρωσε εμπειρία ως σύμβουλος σε έργα πληροφορικής για πολλές διεθνείς εταιρείες. Το 2017 ίδρυσε τη νεοφυή επιχείρηση taxando GmbH, στην οποία ανέπτυξε την καινοτόμο φορολογική εφαρμογή Taxando, η οποία διευκολύνει την υποβολή της ετήσιας φορολογικής δήλωσης. Ο Maciej Szewczyk συνδυάζει τεχνολογική εξειδίκευση με βαθιά γνώση των φορολογικών κανονισμών, γεγονός που τον καθιστά εμπειρογνώμονα στον τομέα του.

Στην προσωπική του ζωή είναι ευτυχισμένος σύζυγος και πατέρας και ζει με την οικογένειά του στο Βερολίνο.

Περισσότερα για τον συγγραφέα

Εύκολα και γρήγορα με το Taxando – κατεβάστε την εφαρμογή

Άλλες καταχωρήσεις